One comment on “Πέντε χρόνια χωρίς τον «ποιητή της ήττας» Μανόλη Αναγνωστάκη

  1. Ένα κείμενο του Ερρίκου Σοφρά για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, δημοσιευμένο στο free press Lifo, 10.12.2009 (επιμέλεια τεύχους: Διονύσης Σαββόπουλος)

    «Καθάριο γυαλί χιλιάδων ωρών η μορφή σου»

    Στη νυχτιάτικη Νέα Σμύρνη, πρώτη Ιουλίου 1982, στο ισόγειο δωμάτιό σου που μύριζε παιδική κολώνια και ύπνο, η πρώτη συνάντηση. Μαζί σου στη Βουλιαγμένη, στο «Acqua Marina», μιλώντας μου παθιασμένα για τις Εκλάμψεις, για τις Reveries του Ρουσσώ, για τον Μιλόζ• θαυμάζοντας στιλπνές μοτοσικλέτες και ταχύπλοα που περνούσαν και είχαν ψυχή για σένα. Σε κατάφυτους δρόμους στο Καβούρι, πάνω απ’ τη θάλασσα, ψιθυρίζοντας ξανά και ξανά τους στίχους του Τσέλαν: «Mέτρησέ με τ’ αμύγδαλα, μέτρησε ό,τι ήταν πικρό και σε κράτησε ξύπνιο». Στο Ωραιόκαστρο, παραμονή Χριστουγέννων, στη βίλα Χαριτάντη, όπου έγραψες τις Ωδές, μες στους πυράκανθους και τα πεύκα, και κάτω η πόλη σ’ ένα γαλάκτωμα παγωμένου δειλινού. Μαζί σου, στη συναυλία των Tangerine Dream, αρχές του ’80 στο Λυκαβηττό, τρέμοντας μες στις ηλεκτρονικές καντέντσες. Τόσο απόλυτα ίδιος εσύ με τα ποιήματά σου. Πιο άδολος ακόμα, πιο τρυφερός. Στο φοιτητικό μου δωμάτιο, Γούναρη και Τσιμισκή, μεθυσμένοι με Peter Heering, ακούγοντας βινύλια της Σάρα Βων και του Ντέιβιντ Σύλβιαν, «Ζω σε διάσταση με το κοινωνικό σύνολο. Πονάω που δεν μπορώ να γράψω πια ποιήματα, μα δεν υπάρχουν οι συνθήκες, πώς να σ’ το πω αλλιώς». Mαζί σου στην Κατάσταση πραγμάτων και στο Nelken. Σε μισοφώτιστα μπαρ που τέλεψαν. Ένα χιονισμένο σούρουπο στην Πινακοθήκη, όρθιοι για ώρα μπρος στην «Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου» του Παρθένη, ξέσπασες σε λυγμούς, κι όλο σου το κορμί τρανταζόταν. Στο συνοικισμό Κυπριάδου, κοιτάζοντας σιωπηλός ένα φωτισμένο παράθυρο. Στo club «Αεροδρόμιο», στο Ελληνικό, μες στα φωτορυθμικά, πλάι στις φωτισμένες πίστες και στους διαδρόμους απογειώσεων, ώς τα χαράματα ενός Αυγούστου. Πάντα μεσοκαλόκαιρο, ετοιμάζοντας τη μικρή σου βαλίτσα για την Πάτμο, τη Λευκάδα, τη Σκύρο, τρία-τέσσερα κοντομάνικα πουκάμισα και πάντα ένας τόμος από το Λυρικό Βίο του Σικελιανού και τα Ημερολόγια του Gide. Μαζί σου στη μουσκεμένη Αργολίδα, κατεβαίνοντας για τον Ιππόλυτο. Στο Ξενία του Ναυπλίου μετά, ν’ απαγγέλλεις με την παιδική σου φωνή πλάι στην πισίνα σκηνές ολόκληρες και μονολόγους από τη Phèdre: «Ils s’aimeront toujours…»

    Πρίγκηπα, δε μ’ ακούς –

    «Θα ’θελα να αποκτήσω ένα χώρο, όπως εγώ τον θέλω, για να ζήσω. Και να ταξιδέψω, να ταξιδέψω πολύ. Δεν ξέρω αν έχω περιθώρια να αλλάξω τη ζωή μου προς το καλύτερο στο μέλλον. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να υφίσταμαι μια δεδομένη κατάσταση. Έγραψα ποιήματα, γιατί, αν δεν έγραφα, θα ήμουν πιο δυστυχής. Στην ποίησή μου νομίζω πως υπηρετώ τον απόηχο του γεγονότος. Στην προσωπική μου ζωή δεν αποκρύπτω τίποτα. Σαν έφηβος είχα ένα λυγμικό «εγώ», με την έννοια της ευσυγκινησίας, η οποία ήταν αδικαιολόγητη για ένα νεαρό άτομο. Μια ευσυγκινησία υπερβολική που εναλλασσόταν με μια τρομερή σκληρότητα. Στην ποίησή μου καλλιεργώ ένα λυρισμό δραματικής υφής, με πολύ συγκρατημένη συγκίνηση, διανοητική μάλλον, με έντονα τα στοιχεία μιας μουσικής σκέψης. Με πολλή αυθορμησία και πηγαιότητα. Ποτέ δεν έγραψα για τον αναγνώστη που ίσως με διαβάσει. Το ποίημα είναι μια αποκαλυπτική αλήθεια. Ο Μύρωνας, βιβλίο του 1960, ήταν η τέλεια σαρκική, ψυχική και πνευματική επικοινωνία. Οι Ωδές στον Πρίγκηπα, του 1981, χαρακτηρίζονται από ένα σθένος, κάποιο ανάστημα, μια υπεροχή, ένα μεγαλείο απέναντι στην επίπεδη καθημερινή ζωή και τις ανακοπές της – σ’ ένα πνευματικό επίπεδο πάντα. Μίλησαν για ένα έργο φωτεινό, μουσικό, διαυγές, τολμηρό, απροκάλυπτο. Γράφτηκε στον πολύ υποβλητικό χώρο του Ωραιόκαστρου, ένα θέρετρο της Θεσσαλονίκης. Μέσα απ’ τα ποιήματα αυτά πηγάζει μια αριστοκρατική ερήμωση θα ’λεγα, μια μοναξιά ραφινάτη. Είναι ένα βιβλίο που δεν απελευθερώνει τον αναγνώστη. Αντίθετα, τον κάνει να σκεφτεί πάνω στα δικά του προβλήματα και να ταυτιστεί με τον ήρωα. – Όχι δεν κάνω παρέα με λογοτέχνες. Και βρίσκω την Αθήνα αχανή. Η ποίηση λειτουργεί ανασχετικά, αντιστρατεύεται τη ζωή μoυ. Όχι μόνο δεν τη βελτιώνει, αλλά μειώνει τις δυνατότητες να βελτιώσω μια πραγματικότητα που στο βάθος δεν μου αρέσει. Γράφω για να καταγράψω ό,τι αντιστρατεύεται και κατατρύχει τη ζωή μας. Τι είδους ποίηση γράφω; Είμαι ίσως ο τελευταίος συμβολιστής!»

    Ετοίμαζες μια ποιητική συλλογή με τίτλο Πίσω σ’ αυτή τη λασπωμένη έκταση. Αυτή είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που μιλάω για σένα, που δεκαπέντε χρόνια υπήρξαμε σε τόσα δωμάτια, τόσες διαδρομές. Nύχτα Δεκεμβρίου έξι σήμερα, ανήμερα της ονομαστικής σου γιορτής.

    «Πρίγκηπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές, / είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες / και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
    Το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκηπα. Δε μας ανήκει».

    Ερρίκος Σοφράς
    6/12/2009

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s